ασύγκριτος

(προωθήθηκε από ασύγκριτο)
Μεταφράσεις

ασύγκριτος

(a'siŋgritos) αρσενικό

ασύγκριτη

(a'siŋgriti) θηλυκό

ασύγκριτο

Unvergleichlicheнесравненный (a'siŋgrito) ουδέτερο
επίθετο
μοναδικός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close