ασύλληπτος

(προωθήθηκε από ασύλληπτη)
Μεταφράσεις

ασύλληπτος

(a'siliptos) αρσενικό

ασύλληπτη

(a'silipti) θηλυκό

ασύλληπτο

elusive, at large, incomprehensible, unfathomableincompréhensible, insaisissable (a'silipto) ουδέτερο
επίθετο
αδιανόητος τοπίο ασύλληπτης ομορφιάς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close