ασύμμετρος

(προωθήθηκε από ασύμμετρο)
Μεταφράσεις

ασύμμετρος

(a'simetros) αρσενικό

ασύμμετρη

(a'simetri) θηλυκό

ασύμμετρο

asimétricoasymmetricasymétrique비대칭不對稱asymmetriskasimmetrica非対称asymmetriskasymmetrische不对称 (a'simetro) ουδέτερο
επίθετο
με δυσανάλογες διαστάσεις ασύμμετρα σχήματα ασύμμετρο πρόσωπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close