ασύρματος

(προωθήθηκε από ασύρματη)
Μεταφράσεις

ασύρματος

(a'sirmatos) αρσενικό

ασύρματη

(a'sirmati) θηλυκό

ασύρματο

لا سِلْكِيّbezdrátovýtrådløsschnurloscordlessinalámbricolangatonsans filbežičnicordlessコードレスの무선의draadloostrådløsbezprzewodowysem fioбеспроводнойsladdlösไร้สายtelsizkhông dây无绳的 (a'sirmato) ουδέτερο
επίθετο
που λειτουργεί χωρίς καλώδιο ασύρματο τηλέφωνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close