| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.927.173 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ασύρματος |
0,03 sec. |
|
|
ασύρματος لا سلكى bezdrátový trådløs schnurlos cordless inalámbrico langaton sans fil bežični cordless コードレスの 무선의 draadloos trådløs bezprzewodowy sem fio беспроводной sladdlös ที่ไร้สาย telsiz không dây 无绳的
επίθ α / θ / ουδ ασύρματος, ασύρματη, ασύρματο [a'sirmatos, a'sirmati, a'sirmato] που λειτουργεί χωρίς καλώδιο sans fil ασύρματο τηλέφωνο un téléphone sans fil Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|