ατέλειωτος

Μεταφράσεις

ατέλειωτος

(a'teʎotos)

ατελείωτος

(ate'liotos) αρσενικό

ατέλειωτη

(a'teʎoti) θηλυκό

ατέλειωτο

(a'teʎoto) ουδέτερο
επίθετο
1. μισοτελειωμένος ατέλειωτο κείμενο
2. που διαρκεί πολύ χρόνο ατελείωτη διαδρομή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close