ατίθασος

(προωθήθηκε από ατίθασο)
Μεταφράσεις

ατίθασος

(a'tiθasos) αρσενικό

ατίθαση

(a'tiθasi) θηλυκό

ατίθασο

untamed (a'tiθaso) ουδέτερο
επίθετο
που δεν πειθαρχεί ατίθασο άλογο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close