αταίριαστος

(προωθήθηκε από αταίριαστο)
Μεταφράσεις

αταίριαστος

(a'terjastos) αρσενικό

αταίριαστη

(a'terjasti) θηλυκό

αταίριαστο

غَيْرُ مُتَجَانِسlichýuenseinzelnodddesparejadoeriparinenintrusneuparenspaiato左右が揃っていない짝이 안 맞는niet passendforskjelligeróżnysem par, trocadoнепарныйuddaผิดข้างtekkhông cùng một đôi不成对的 (a'terjasto) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν πάνε μαζί αταίριαστα ρούχα αταίριαστο ζευγάρι
2. ανάρμοστος αταίριαστη συμπεριφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close