ατημέλητος

Μεταφράσεις

ατημέλητος

(ati'melitos) αρσενικό

ατημέλητη

(ati'meliti) θηλυκό

ατημέλητο

scruffy, slovenly, untidyغَيْرُ مُرَتَّبnepořádnýrodetunordentlichdesordenadoepäsiistidésordonnéneuredandisordinatoだらしのない단정치 못한slordiguryddignieporządnydesarrumadoнеаккуратный, неряшливыйovårdadไม่เป็นระเบียบเรียบร้อยdağınıkkhông gọn gàng不整洁的 (ati'melito) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι περιποιημένος ντύνομαι με ατημέλητο τρόπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close