ατροφικός

Μεταφράσεις

ατροφικός

(atrofi'kos)

ατροφική

(atrofi'ci)

ατροφικό

atrophique (atrofi'ko)
επίθετο
που δεν είναι πλήρως ανεπτυγμένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close