ατσαλένιος

Μεταφράσεις

ατσαλένιος

(atsa'leɲos)

ατσαλένια

(atsa'leɲa)

ατσαλένιο

(atsa'leɲo) ουδέτερο

ατσάλινος

(a'tsalinos) αρσενικό

ατσάλινη

(a'tsalini) θηλυκό

ατσάλινο

steel (a'tsalino) ουδέτερο
επίθετο
1. από ατσάλι ατσάλινο σύρμα
2. μεταφορικά πολύ ανθεκτικός ατσαλένια νεύρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close