| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.969.836 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ατύχημα |
0,01 sec. |
|
|
ατύχημα accident, mishap akcidento accident حادث nehoda ulykke Unfall accidente onnettomuus nezgoda incidente 事故 사고 ongeluk ulykke wypadek acidente несчастный случай olycka อุบัติเหตุ kaza tai nạn 事故 злополука תאונה
ουσ ουδ ατύχημα [a'tiçima] δυστύχημα accident αυτοκινητιστικό ατύχημα un accident de la route Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|