αυθαίρετος

Μεταφράσεις

αυθαίρετος

(a'fθeretos) αρσενικό

αυθαίρετη

(a'fθereti) θηλυκό

αυθαίρετο

arbitraryarbitrairevilkårligשרירותי임의의произволнаgodtyckligwillekeurigearbitrário任意任意arbitraria (a'fθereto) ουδέτερο
επίθετο
1. που επιβάλλει αυτό που θέλει αυθαίρετη διαδικασία
2. αστήρικτος αυθαίρετο συμπέρασμα
3. παράνομο κτίσμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close