| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.979.404 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αυθαίρετος |
0,02 sec. |
|
αυθαίρετος arbitrary arbitraire επίθ α / θ / ουδ αυθαίρετος, αυθαίρετη, αυθαίρετο [a'fθeretos, a'fθereti, a'fθereto] 1 που επιβάλλει αυτό που θέλει arbitraire αυθαίρετη διαδικασία une procédure arbitraire 2 αστήρικτος arbitraire αυθαίρετο συμπέρασμα une conclusion arbitraire αυθαίρετο (κτίσμα) παράνομο κτίσμα une construction illégale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|