αυθαιρεσία

Μεταφράσεις

αυθαιρεσία

(afθere'sia)
ουσιαστικό θηλυκό
αδικία που επιβάλλεται κάνω αυθαιρεσίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close