αυθόρμητα

Μεταφράσεις

αυθόρμητα

impulsivement (a'fθormita)
επίρρημα
αβίαστα, φυσικά απαντάω αυθόρμητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close