| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.990.680 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αυξάνω |
0,01 sec. |
|
|
αυξάνω increase, augment, boost, heighten, raise augmenter يَزيد zvýšit forøge erhöhen aumentar lisääntyä narasti aumentare 増す 증가하다 vermeerderen øke wzrosnąć aumentar увеличивать öka เพิ่มขึ้น artmak tăng thêm 增加
ρ μετβ αυξάνω [af'ksano] 1 μεγαλώνω σε ένταση augmentermonter αυξάνω την ένταση augmenter le volume/monter le son αυξάνω τη θερμοκρασία faire monter la température 2 μεγαλώνω σε ποσότητα accroîtreaugmenter αυξάνω την παραγωγή accroître la production ρ αμετβ αυξάνω ανεβαίνω augmenter Oι τιμές αυξάνουν. Les prix augmentent. ρ μεσοπαθ αυξάνομαι [af'ksanome] αυξάνω augmenters'accroître Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|