αυξάνω

Μεταφράσεις

αυξάνω

(af'ksano)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μεγαλώνω σε ένταση αυξάνω την ένταση αυξάνω ταχύτητα αυξάνω τη θερμοκρασία
2. μεγαλώνω σε ποσότητα αυξάνω την παραγωγή

αυξάνω

increase, augment, boost, heighten, raiseaugmenterيَزِيدُzvýšitforøgeerhöhenaumentarlisääntyänarastiaumentare増す증가하다vermeerderenøkewzrosnąćaumentarувеличиватьökaเพิ่มขึ้นartmaktăng增加
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ανεβαίνω Oι τιμές αυξάνουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close