αυστηρά

Μεταφράσεις

αυστηρά

(afsti'ra)
επίρρημα
1. πολύ σκληρά τιμωρώ κπ αυστηρά
2. απαράβατα Απαγορεύεται αυστηρά το κάπνισμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close