αυστηρός

(προωθήθηκε από αυστηρό)
Μεταφράσεις

αυστηρός

(afsti'ros) αρσενικό

αυστηρή

(afsti'ri) θηλυκό

αυστηρό

sévère, strictstrict, austere, grim, rigid, severe, sternحازِمpřísnýstrengstrengestrictoankarastrogrigido厳しい엄격한strengstrengścisłyrigorosoстрогийsträngเข้มงวดkatınghiêm khắc严格的, 严格嚴格 (afsti'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. αυταρχικός αυστηροί γονείς
2. πολύ συντηρητικός αυστηρό ντύσιμο
3. απαράβατος αυστηροί όροι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close