Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.467.621 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αυτάρεσκος

0,01 sec.
αυτάρεσκος self-satisfied, smug, complacent
αυτάρεσκος أنيق
αυτάρεσκος samolibý
αυτάρεσκος selvtilfreds
αυτάρεσκος selbstgefällig
αυτάρεσκος petulante
αυτάρεσκος omahyväinen
αυτάρεσκος suffisant
αυτάρεσκος samodopadan
αυτάρεσκος compiaciuto
αυτάρεσκος 一人よがりの
αυτάρεσκος 잘난 체하는
αυτάρεσκος zelfvoldaan
αυτάρεσκος selvtilfreds
αυτάρεσκος zadowolony z siebie
αυτάρεσκος convencido
αυτάρεσκος самодовольный
αυτάρεσκος självbelåten
αυτάρεσκος สบายใจ
αυτάρεσκος kendinden memnun
αυτάρεσκος tự mãn
αυτάρεσκος 自鸣得意的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.