| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.467.621 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αυτάρεσκος |
0,01 sec. |
|
αυτάρεσκος self-satisfied, smug, complacent αυτάρεσκος أنيق αυτάρεσκος samolibý αυτάρεσκος selvtilfreds αυτάρεσκος selbstgefällig αυτάρεσκος petulante αυτάρεσκος omahyväinen αυτάρεσκος suffisant αυτάρεσκος samodopadan αυτάρεσκος compiaciuto αυτάρεσκος 一人よがりの αυτάρεσκος 잘난 체하는 αυτάρεσκος zelfvoldaan αυτάρεσκος selvtilfreds αυτάρεσκος zadowolony z siebie αυτάρεσκος convencido αυτάρεσκος самодовольный αυτάρεσκος självbelåten αυτάρεσκος สบายใจ αυτάρεσκος kendinden memnun αυτάρεσκος tự mãn αυτάρεσκος 自鸣得意的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|