| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.284.795 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αυτάρκης |
0,02 sec. |
|
αυτάρκης متميز بضبط النفس αυτάρκης samostatný αυτάρκης selvtilstrækkelig αυτάρκης in sich geschlossen αυτάρκης self-contained αυτάρκης independiente αυτάρκης omavarainen αυτάρκης indépendant αυτάρκης samodovoljan αυτάρκης autonomo αυτάρκης 内蔵型の αυτάρκης 자급식의 αυτάρκης onafhankelijk αυτάρκης selvstedig αυτάρκης zamknięty w sobie αυτάρκης auto-suficiente, completo αυτάρκης самодостаточный αυτάρκης självständig αυτάρκης ซึ่งมีทุกอย่างพร้อมในตัว αυτάρκης müstakil αυτάρκης có đủ các bộ phận αυτάρκης 自成体系的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|