αυταρχικός

(προωθήθηκε από αυταρχικό)
Μεταφράσεις

αυταρχικός

(aftarçi'kos) αρσενικό

αυταρχική

(aftarçi'ci) θηλυκό

αυταρχικό

bossy, domineering, imperiousدِكتاتورِيّpanovačnýkommanderendeherrischmandónkomentelevaautoritairesklon zapovijedanjuautoritario威張った우두머리 노릇하는bazigsjefeteapodyktycznymandão(ведущий себя) как командирdominerandeซึ่งสั่งให้ทำbuyurganhách dịch专横的 (aftarçi'ko) ουδέτερο
επίθετο
καταπιεστικός αυταρχικό καθεστώς αυταρχικός καθηγητής
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close