| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.413.650 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αυτοδίδακτος |
0,01 sec. |
|
αυτοδίδακτος autodidacte επίθ α / θ / ουδ αυτοδίδακτος, αυτοδίδακτη, αυτοδίδακτο [afto'ðiðaktos, afto'ðiðakti, afto'ðiðakto] που έμαθε κτ μόνος του autodidacte αυτοδίδακτος ζωγράφος un peintre autodidacte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|