αυτοδίδακτος

(προωθήθηκε από αυτοδίδακτη)
Μεταφράσεις

αυτοδίδακτος

(afto'ðiðaktos) αρσενικό

αυτοδίδακτη

(afto'ðiðakti) θηλυκό

αυτοδίδακτο

autodidacteautodidactautodidacta (afto'ðiðakto) ουδέτερο
επίθετο
που έμαθε κτ μόνος του αυτοδίδακτος ζωγράφος
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close