| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.001.085 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αυτοθυσία |
0,02 sec. |
|
αυτοθυσία Selbstaufopferung self-sacrifice sacrificio renoncement, sacrifice sacrificio sacrificatio ουσ θ αυτοθυσία [aftoθi'sia] θυσία του εαυτού μας sacrifice; abnégation Μεγάλωσε τα παιδιά της με αυτοθυσία. Elle a élevé ses enfants en faisant beaucoup de sacrifices. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|