| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.028.954 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αυτοκίνητο |
0,01 sec. |
|
|
αυτοκίνητο кола auto, automobil bil Auto, Automobil car, automobile, auto, motorcar aŭtomobilo automóvil, auto, carro, coche auto auto automobile, voiture, auto automobil bíll automobile automobilis auto bil samochód carro, automóvel avto bil araba سَيارة 自動車 자동차 автомобиль รถยนต์ xe ô tô 小汽车 מכונית
ουσ ουδ αυτοκίνητο [afto'cinito] τετράτροχο όχημα voiture Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|