αυτοκινητιστικός

(προωθήθηκε από αυτοκινητιστικό)
Μεταφράσεις

αυτοκινητιστικός

(aftocinitisti'kos) αρσενικό

αυτοκινητιστική

(aftocinitisti'ci) θηλυκό

αυτοκινητιστικό

Automobilautomobile汽車자동차自動車รถยนต์汽车 (aftocinitisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το αυτοκίνητο αυτοκινητιστικοί αγώνες αυτοκινητιστικό δυστύχημα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close