| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.128.418 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αυτοκόλλητος |
0,10 sec. |
|
αυτοκόλλητος επίθ α / θ / ουδ αυτοκόλλητος, αυτοκόλλητη, αυτοκόλλητο [afto'kolitos, afto'koliti, afto'kolito] που κολλάει από μόνο του autocollant/-ante αυτοκόλλητη ετικέτα une étiquette autocollante ουσ ουδ αυτοκόλλητο Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|