| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.596.157 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αυτονόητος |
0,01 sec. |
|
αυτονόητος επίθ α / θ / ουδ αυτονόητος, αυτονόητη, αυτονόητο [afto'noitos, afto'noiti, afto'noito] προφανής évident/-entequi va de soi αυτονόητη εξήγηση une explication évidente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|