| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.048.591 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αυτονόητος |
0,01 sec. |
|
|
αυτονόητος واضح oczywiste 明显 obvious obvio 明顯 indlysende ilmeinen ברור
επίθ α / θ / ουδ αυτονόητος, αυτονόητη, αυτονόητο [afto'noitos, afto'noiti, afto'noito] προφανής évident/-entequi va de soi αυτονόητη εξήγηση une explication évidente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|