Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.879.770 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αυτοπειθαρχία

0,01 sec.
αυτοπειθαρχία self-discipline
αυτοπειθαρχία autodiscipline
αυτοπειθαρχία ضبط النفس
αυτοπειθαρχία sebekázeň
αυτοπειθαρχία selvdisciplin
αυτοπειθαρχία Selbstdisziplin
αυτοπειθαρχία autodisciplina
αυτοπειθαρχία itsekuri
αυτοπειθαρχία samodisciplina
αυτοπειθαρχία autodisciplina
αυτοπειθαρχία 自己訓練
αυτοπειθαρχία 자기 수양
αυτοπειθαρχία zelfdiscipline
αυτοπειθαρχία selvdisiplin
αυτοπειθαρχία samodyscyplina
αυτοπειθαρχία autodomínio
αυτοπειθαρχία самодисциплина
αυτοπειθαρχία självdisciplin
αυτοπειθαρχία การทำให้มีระเบียบวินัย
αυτοπειθαρχία özdisiplin
αυτοπειθαρχία việc tự kỷ luật
αυτοπειθαρχία 自我约束


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.