| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.767.291 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αυτόματος |
0,04 sec. |
|
αυτόματος automatic automatique آلي automatický automatisk automatisch automático automaattinen automatski automatico 自動的な 자동의 automatisch automatisk automatyczny automático автоматический automatisk อัตโนมัติ otomatik tự động 自动的 επίθ α / θ / ουδ αυτόματος, αυτόματη, αυτόματο [a'ftomatos, a'ftomati, a'ftomato] 1 με μηχανισμό ώστε να γίνεται από μόνο του automatique αυτόματη ασφάλεια une sécurité automatique 2 χωρίς σκέψη automatiquemachinal/-ale αυτόματες κινήσεις des mouvements automatiques επίρρ αυτόματα [a'ftomata] automatiquement Ξεκινάει αυτόματα. Ça démarre automatiquement. αυτομάτως [afto'matos] αυτόματα automatiquement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|