αυτόματος

Μεταφράσεις

αυτόματος

(a'ftomatos) αρσενικό

αυτόματη

(a'ftomati) θηλυκό

αυτόματο

automaticautomatiqueآلِيّautomatickýautomatiskautomatischautomáticoautomaattinenautomatskiautomatico自動的な자동의automatischautomatiskautomatycznyautomáticoавтоматическийautomatiskอัตโนมัติotomatiktự động自动的אוטומטי (a'ftomato) ουδέτερο
επίθετο
1. με μηχανισμό ώστε να γίνεται από μόνο του αυτόματη ασφάλεια
2. χωρίς σκέψη αυτόματες κινήσεις
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close