αυτόνομος

(προωθήθηκε από αυτόνομη)
Μεταφράσεις

αυτόνομος

(a'ftonomos) αρσενικό

αυτόνομη

(a'ftonomi) θηλυκό

αυτόνομο

autonomous, autonomicautonomeавтономный, самоуправляемыйيَتَمَتَّعُ بِحَكْمِ ذاتِيّautonomníautonomautonomautónomo, independienteautonominenautonomanautonomo自治権のある자치의autonoomautonomautonomicznyautónomo, autônomosjälvstyrandeซึ่งปกครองตนเองözerktự trị自治的, 独立עצמאי獨立 (a'ftonomo) ουδέτερο
επίθετο
ανεξάρτητος αυτόνομο κράτος αυτόνομη σκέψη
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close