| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.068.779 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αυτόνομος |
0,01 sec. |
|
|
αυτόνομος autonomous, autonomic autonome автономный تلقائي autonomní autonom autonom autónomo, independiente autonominen autonoman autonomo 自治権のある 자치의 autonoom autonom autonomiczny autónomo, autônomo självstyrande ซึ่งปกครองตนเอง özerk tự trị 自治的, 独立 獨立 עצמאי
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|