| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.070.340 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αυτός |
0,03 sec. |
|
|
αυτός han der, dieser, er he, it, this, that li él hän ce, cela, celui, il, lui egli 彼, 彼は 그, 그 남자 hij han on el он han 他 هو on on ele เขาผู้ชาย o anh ấy
προσ αντων / α / θ / ουδ αυτός, αυτή, αυτό [a'ftos, a'fti, a'fto] δεικτ αντων αυτός 1 για να δείξουμε κπ ή κτ lui, elle, eux, elles, ça/celacelui ci/là, celle ci/là, ceux ci/là, celles ci/là Tι είναι αυτό; Qu'est-ce que c'est ça ? Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|