| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.573.551 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα |
0,02 sec. |
|
αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα متحدث باللغة الأم αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα rodilý mluvčí αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα modersmålstalende αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα Muttersprachler αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα native speaker αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα hablante nativo αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα syntyperäinen kielenpuhuja αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα locuteur natif αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα kojem je to materinski jezik αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα madrelingua αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα 母国語とする人 αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα 원어민 αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα spreker van eigen taal αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα morsmålsbruker αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα rodzimy użytkownik języka αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα falante de língua materna αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα носитель языка αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα person med visst språk som modersmål αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα เจ้าของภาษา αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα anadilini konuşan αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα người bản ngữ αυτός που μιλά τη μητρική του γλώσσα 说本族语的人 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|