| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.729.601 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αφήνω |
0,02 sec. |
|
αφήνω leave, let, let go, allow laisser, abandonner, abdiquer, délaisser, livrer, quitter يَدَع dovolit lade lassen dejar sallia pustiti lasciare ・・・させる 허락하다 verhuurd worden la pozwolić deixar разрешать hyra ut อนุญาต izin vermek để cho 出租 ρ μετβ αφήνω [a'fino] 4 ξεχνάω sauter Άφησα τα κλειδιά στο σπίτι. J'ai oublié mes clés à la maison. 5 επιτρέπω donner la permission à qqn αφήνω κπ να φύγει laisser partir qqn 9 προξενώ faire Με αφήνει τελείως αδιάφορο. Ça me laisse complètement indifférent. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|