αφανίζω

Μεταφράσεις

αφανίζω

(afa'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καταστρέφω O πόλεμος αφάνισε τη χώρα.
2. μεταφορικά εξαφανίζω Το αφάνισε το γλυκό!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close