αφελής

(προωθήθηκε από αφελές)
Μεταφράσεις

αφελής

(afe'lis) αρσενικό-θηλυκό

αφελές

naivnaivelapsellinen, naiivinaïf, ingénubön, safسَاذَجٌnaivnínaivingenuonaivaningenuoうぶな순진한naïefnaivnaiwnyingénuo, ingênuoнаивныйnaivไม่มีเล่ห์เหลี่ยม ไม่มีมารยาngây thơ天真的 (afe'les)
επίθετο
1. που πιστεύει ό,τι του λένε Μην είσαι αφελής!
2. που είναι εκτός πραγματικότητας αφελής σκέψη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close