αφετηρία

Μεταφράσεις

αφετηρία

start (afeti'ria)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η προέλευση επιστροφή στην αφετηρία
2. το σημείο απ' όπου ξεκινούν μεταφορικά μέσα αφετηρία λεωφορείων
3. σημείο εκκίνησης σε επιτραπέζια παιχνίδια περνάω από την αφετηρία
4. μεταφορικά αρχή, αιτία η αφετηρία των ταραχών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close