αφηνιάζω

Μεταφράσεις

αφηνιάζω

bolt (afi'ɲazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. αγριεύω το άλογο αφηνιάζει
2. μεταφορικά γίνομαι έξαλλος Αφηνίασε από το θυμό του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close