αφηρημάδα

Μεταφράσεις

αφηρημάδα

(afiri'maða)
ουσιαστικό θηλυκό
έλλειψη προσοχής Άφησα την πόρτα ανοιχτή από αφηρημάδα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close