αφηρημένος

(προωθήθηκε από αφηρημένο)
Μεταφράσεις

αφηρημένος

(afiri'menos) αρσενικό

αφηρημένη

(afiri'meni) θηλυκό

αφηρημένο

distraction, étourdiabsent, abstract, abstracted, absent-mindedشاَرِدُ الذِّهْنroztržitýåndsfraværendegeistesabwesenddistraído, resumenhajamielinenodsutan duhomdistrattoぼんやりした멍한verstrooiddistréroztargnionydistraídoрассеянныйtankspriddใจลอยdalgınchểnh mảng心不在焉מופשט (afiri'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε συγκεντρώνεται αφηρημένος μαθητής
2. που δεν είναι συγκεκριμένος αφηρημένη τέχνη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close