αφιερώνω

Μεταφράσεις

αφιερώνω

devote, dedicatedédier (afie'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω αφιέρωση αφιερώνω ένα τραγούδι σε κπ
2. δίνω αφιερώνω το χρόνο μου σε κπκτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close