| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.104.361 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αφιερώνω |
0,01 sec. |
|
|
αφιερώνω dedicate, devote dédier
ρ μετβ αφιερώνω [afie'rono] ρ μεσοπαθ αφιερώνομαι [afie'ronome] δίνομαι se consacrer Αφιερώθηκε στην πολιτική. Il s'est consacré à la politique. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|