| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.680.188 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αφομοίωση |
0,01 sec. |
|
αφομοίωση digestion, assimilation ουσ θ αφομοίωση [afo'miosi] 1 η προσαρμογή σε ομάδα intégration 2 το να αποκτάει κν γνώσεις ενός θέματος assimilation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|