αφοπλίζω

Μεταφράσεις

αφοπλίζω

disarm, defusedésarmerразоружать (afo'plizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αφαιρώ τα όπλα από κπ αφοπλίζω κπ
2. εξουδετερώνω αφοπλίζω βόμβα
3. μεταφορικά γοητεύω H ευγένειά του με αφοπλίζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close