| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.720.734 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αφοπλίζω |
0,02 sec. |
|
αφοπλίζω disarm, defuse désarmer ρ μετβ αφοπλίζω [afo'plizo] 2 εξουδετερώνω désamorcer αφοπλίζω βόμβα désamorcer une bombe 3 γοητεύω charmer H ευγένειά του με αφοπλίζει. Sa gentillesse est désarmante. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|