| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.105.812 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αφοπλισμός |
0,01 sec. |
|
|
αφοπλισμός Entwaffnung disarmament malarmado, senarmiĝo desarme desarmeerimine aseidenriisunta désarmement פירוק נשק lefegyverezés disarmo 軍縮 군축 nuginklavimas atbruņošana ontwapening rozbrojenie разоружение razorožitev роззброєння 裁军 desarmamento نزع السلاح Разоръжаване 裁軍 Odzbrojení Nedrustning Nedrustning
ουσ α αφοπλισμός [afopli'zmos] αφαίρεση όπλων désarmement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|