αφοπλιστικός

(προωθήθηκε από αφοπλιστικό)
Μεταφράσεις

αφοπλιστικός

(afoplisti'kos) αρσενικό

αφοπλιστική

(afoplisti'ci) θηλυκό

αφοπλιστικό

disarming (afoplisti'ko) ουδέτερο
επίθετο μεταφορικά
που αφοπλίζει αφοπλιστικό χαμόγελο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close