αφοσιωμένος

(προωθήθηκε από αφοσιωμένη)
Μεταφράσεις

αφοσιωμένος

(afosio'menos) αρσενικό

αφοσιωμένη

(afosio'meni) θηλυκό

αφοσιωμένο

dedicated, devoted, loyalappliqué, zélé, dévouéمُكَرَّسoddanýhengivenhingebungsvolldevotouskollinenpredandevoto献身的な헌신적인toegewijdhengivenpoświęconydedicado, devotadoпреданныйhängivenซื่อสัตย์özverilitận tụy忠诚的 (afosio'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. απορροφημένος Είναι αφοσιωμένος στη μελέτη του.
2. πιστός αφοσιωμένος φίλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close