| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.915.312 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αφρώδης |
0,01 sec. |
|
αφρώδης frothy, carbonated, fizzy فوار šumivý kulsyreholdig sprudelnd con gas poreileva pétillant pjenušav effervescente シューシュー泡立つ 거품이는 bruisend brusende musujący gasoso газированный brusande ออกเสียงฟู่ köpüklü có ga 多气的 επίθ α/θ / ουδ αφρώδης, αφρώδες [a'froðis, a'froðes] που σχηματίζει αφρό mousseux/-euse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|