| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.486.619 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αφόρητος |
0,03 sec. |
|
αφόρητος unbearable, unendurable لا يحتمل nesnesitelný ubærlig unerträglich insoportable sietämätön insupportable nepodnošljiv insopportabile 耐えられない 참을 수 없는 ondraaglijk uutholdelig nieznośny insuportável невыносимый olidlig ซึ่งไม่สามารถทนได้ dayanılmaz không thể chịu đựng được 无法忍受的 επίθ α / θ / ουδ αφόρητος, αφόρητη, αφόρητο [a'foritos, a'foriti, a'forito] ανυπόφορος atroce αφόρητος θόρυβος un bruit insupportable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|